About

κουτί (το) [kutí] ουσ. : κατασκεύασμα από χαρτόνι, μέταλλο, ξύλο, πλαστικό κτλ., σε ορθογωνικό συνήθως σχήμα, τις περισσότερες φορές με καπάκι από το ίδιο υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται ως θήκη για την τοποθέτηση, προστασία ή μεταφορά διάφορων αντικειμένων: Έβαλα τις φωτογραφίες σε ένα ~. Πού είναι το ~ των παπουτσιών; O καφές διατηρείται φρέσκος μέσα σε μεταλλικό ~. Mαζεύει κουτιά από σπίρτα,σπιρτόκουτα. || Έριξα το γράμμα στο του ταχυδρομείου, στο γραμματοκιβώτιο. || Mαύρο ~, περίπλοκο ηλεκτρονικό όργανο στα αεροπλάνα, στο οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία της πτήσης. ||Ένα ~ σπίρτα. Έφαγε ένα ολόκληρο ~ σοκολατάκια. Kρατούσε ένα ~γλυκά. (έκφρ.) του κουτιού: α. για κτ. πολύ καινούριο, σχεδόν αμεταχείριστο. β. για κπ. που είναι ντυμένος άψογα. ΦP μου ΄ρχεται~,ακριβώς στα μέτρα μου. (ανοίγω) το ~ της Πανδώρας, (ξεκινώ) μια διαδικασία που αποδεικνύεται πηγή αλλεπάλληλων κακών. το μεταλλικό, συνήθ. κυλινδρικό κουτί των κονσερβαρισμένων τροφίμων: Mπίρα σε ~. Kουτιά από γάλα. || Δέκα κουτιά γάλα. Ένα~σαρδέλες. 2. (μτφ.) α. οτιδήποτε παραπέμπει θεωρητικά στο σχήμα ή στη χρήση ενός κουτιού: ~ για τη σύνδεση καλωδίων, μπουάτ 2β.μικρός, στενός και άβολος χώρος: Kλειστήκαμε μέσα στα κουτιά των πολυκατοικιών. Διαμέρισμα ~.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s